Διατροφή

Γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα στη ζωή μας

src mit

Ο πληθυσμός της γης ανέρχεται σήμερα σε 6 δισεκατομμύρια και για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες σε τροφή, είναι απαραίτητη η αύξηση και η βελτίωση της φυτικής και της ζωικής παραγωγής. Ένας τρόπος βελτίωσης της φυτικής και της ζωικής παραγωγής είναι οι ελεγχόμενες από τον άνθρωπο διασταυρώσεις φυτών και ζώων, που πραγματοποιούνται με την επιλογή και διασταύρωση οργανισμών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως φυτά με μεγάλο μέγεθος καρπών, με ανθεκτικότητα σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες ή ζώα που παράγουν μεγάλη ποσότητα κρέατος.

Επειδή ο τρόπος βελτίωσης της φυτικής και της ζωικής παραγωγής, μέσω των διασταυρώσεων, είναι αφενός χρονοβόρος και επίπονος και αφετέρου οι απόγονοι που προκύπτουν φέρουν συνήθως ορισμένους μόνο από τους επιθυμητούς χαρακτήρες μαζί με άλλες μη επιθυμητές ιδιότητες, οι επιστήμονες στράφηκαν στη Γενετική Μηχανική. Η Γενετική Μηχανική είναι η τεχνική μεταφοράς γονιδίων από έναν οργανισμό σε έναν άλλο και με αυτήν εξασφαλίζεται η παραγωγή οργανισμών με συγκεκριμένους επιθυμητούς χαρακτήρες. Οι οργανισμοί που προκύπτουν με τον τρόπο αυτό (φυτά και ζώα) ονομάζονται γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ) ή διαγονιδιακοί και έχουν την ικανότητα να μεταβιβάζουν τις νέες ιδιότητές στους απογόνους τους.

Τα γενετικά τροποποιημένα (ΓΤ) φυτά παρέχουν τη δυνατότητα στους αγρότες:

1. Να προφυλάσσουν αποτελεσματικά τις καλλιέργειες από τα έντομα και τα ζιζάνια.

2. Να προφυλάσσουν αποτελεσματικά τις καλλιέργειες από ασθένειες και από ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες.

3. Να παράγουν προϊόντα με μεγαλύτερη «διάρκεια ζωής» από το χωράφι έως τον καταναλωτή.

Γενετικά τροποποιημένα φυτά, με οικονομική σημασία, είναι το βαμβάκι, η πατάτα, η σόγια, η ελαιοκράμβη, το ζαχαρότευτλο, ο καπνός, οι φράουλες και το ρύζι. Στη χώρα μας έχει επιτραπεί η πειραματική καλλιέργεια σε τρεις ποικιλίες βαμβακιού, στον αραβόσιτο και στην τομάτα. Η εισαγωγή των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων είναι νόμιμη, εφόσον οι συγκεκριμένες ποικιλίες των φυτών έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και φέρουν τα αναγκαία πιστοποιητικά. Eγκεκριμένη ποικιλία σημαίνει ότι έχουν πραγματοποιηθεί οι απαιτούμενοι έλεγχοι για τις επιδράσεις στην υγεία και στο περιβάλλον.

Μάλιστα, εφόσον οι ΓΤΟ χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές, στο τελικό κτηνοτροφικό προϊόν (γάλα, κρέας, τυρί, αυγά) δεν χρειάζεται να αναγράφεται ότι τα ζώα έχουν τραφεί με ΓΤ τροφή. Επίσης, όταν περιέχονται στα τρόφιμα ως συστατικά και πάλι δεν είναι υποχρεωτική η επισήμανση αυτή, εφόσον περιέχονται σε ποσοστό κάτω του 0,9%. Όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤ φυτών, η ελληνική κυβέρνηση έχει εκφράσει με κάθε τρόπο την αντίθεσή της. Παράλληλα, ενώ πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε 17 γενετικά τροποποιημένα υβρίδια αραβοσίτου για καλλιέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ελληνικό Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης απαγόρευσε την καλλιέργεια των συγκεκριμένων υβριδίων στην Ελλάδα για δύο τουλάχιστον χρόνια, απαγόρευση που έχουν επιβάλει επίσης και άλλα κράτη-μέλη. Στην Ελλάδα έχουν υποβληθεί πολλές αιτήσεις για πειραματικές καλλιέργειες και προς το παρόν έχει επιτραπεί η πειραματική καλλιέργεια σε τρεις ποικιλίες βαμβακιού, στον αραβόσιτο και στην τομάτα.

Ένα βασικό ζήτημα σχετίζεται με το αν το μεταφερόμενο γονίδιο είναι τοξικό από μόνο του και αν μπορεί να μεταφερθεί στο γονιδίωμα του καταναλωτή. Οι έρευνες δεκαετιών απέδειξαν ότι το DNA της τροφής δεν έχει τοξικότητα από μόνο του και δεν υπάρχουν αποδείξεις για την ενσωμάτωση και την έκφραση του DNA που προέρχεται από ΓΤ φυτά ή από παραδοσιακά φυτά στο γονιδίωμα του οργανισμού που καταναλώνει το τρόφιμο αυτό.

Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το αν το μεταφερόμενο γονίδιο παράγει τοξίνες (π.χ. ενδοτοξίνες από τον Bacillus thuringiensis Bt). Το βακτήριο Bacillus thuringiensis παράγει μία ισχυρή τοξίνη, που μπορεί να καταστρέψει πολλά είδη εντόμων και σκωλήκων. Από το βακτήριο αυτό απομονώνεται το γονίδιο που παράγει την τοξίνη αυτή και μεταφέρεται σε ορισμένα φυτά, τα οποία με τον τρόπο αυτό καθίστανται ανθεκτικά στα έντομα.

Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το αν το μεταφερόμενο γονίδιο παράγει πρωτεΐνες με αλλεργιογόνες ιδιότητες. H πρόκληση αλλεργίας είναι ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα των τροφίμων που προέρχονται από διαγονιδιακές καλλιέργειες. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι και η κατανάλωση της παραδοσιακής τροφής εγκυμονεί κινδύνους και είναι δυνατόν να προκληθεί αλλεργία με πολλά γνωστά ή νέα τρόφιμα.

Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το αν η γενετική τροποποίηση μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη θρεπτική αξία του φυτού-ξενιστή. Σύμφωνα με το FDA, η θρεπτική αξία των ΓΓ τροφίμων ουσιαστικά είναι ισοδύναμη με τα μη τροποποιημένα τρόφιμα. Μελέτες που διεξήχθησαν με σκοπό να προσδιορίσουν αν τα θρεπτικά συστατικά, οι βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία στην τροποποιημένη τροφή βρίσκονται στις ίδιες συγκεντρώσεις με εκείνες των μη τροποποιημένων τροφίμων απέδειξαν ότι η γενετική τροποποίηση δεν επηρεάζει τη θρεπτική αξία των ΓΤ τροφίμων.
 
Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το αν το διαγονιδιακό προϊόν επηρεάζει δυσμενώς τους οργανισμούς μη-στόχους και ιδιαίτερα τα έντομα. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι ο κίνδυνος αυτός είναι μηδαμινός στον αγρό.

Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με το αν στα ΓΤ φυτά η εισαγωγή ενός νέου γονιδίου έχει μεταλλαξιογόνο δράση, δηλαδή αν είναι δυνατό να προκαλέσει μεταβολές στην έκφραση άλλων γονιδίων ή στην ενεργοποίηση υπαρχόντων κατεσταλμένων γονιδίων, τα οποία δεν είχαν μέχρι τότε εκφραστεί. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το ζήτημα αυτό είναι γνωστό και ότι πολλές καλλιέργειες περιέχουν κατεσταλμένα γονίδια που παράγουν τοξίνες, που τα έχουν κληρονομήσει από τους άγριους προγόνους τους, τα οποία είναι πιθανόν να επανενεργοποιηθούν.

Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με την επίδραση των ΓΤ τροφίμων στο περιβάλλον. Για παράδειγμα στην Αγγλία καλλιεργείται η ελαιοκράμβη (Brassica niger), που περιέχει γονίδια ανθεκτικά στο ζιζανιοκτόνο Basta. Με τον τρόπο αυτό καταπολεμούνται στον αγρό τα ζιζάνια, χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα στις καλλιέργειες της ελαιοκράμβης. Η ελαιοκράμβη όμως μπορεί να γίνει επικίνδυνη, επειδή μπορεί να διασταυρωθεί με συγγενή είδη, όπως το Brassica campestris, εξαπλώνοντας έτσι την ανθεκτικότητα στα ζιζανιοκτόνα στα άγρια φυτά.

Ένα άλλο θέμα που προκύπτει είναι ότι η ανάπτυξη φυτών ανθεκτικών στα ζιζανιοκτόνα μπορεί να ενθαρρύνει τη χρήση μεγαλύτερων ποσοτήτων ζιζανιοκτόνων με συνέπεια την επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Οι οικολογικές οργανώσεις εναντιώνονται στην απελευθέρωση της γενετικά τροποποιημένης ελαιοκράμβης.

Οι Διεθνείς Οργανισμοί Τροφίμων εξέδωσαν κατευθυντήριες οδηγίες για την εκτίμηση της ασφάλειας των τροφίμων. Οι οργανισμοί αυτοί ασχολήθηκαν αρχικά με τη σύγκριση των ΓΤ τροφίμων με τα παραδοσιακά τρόφιμα, τα οποία θεωρούνται ασφαλή, λόγω της μακροχρόνιας κατανάλωσής τους, αυτών καθεαυτών, π.χ. πατάτα ή των προϊόντων τους, π.χ. άμυλο από την πατάτα και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα νέα τρόφιμα δεν θα είναι ίδια με τα παραδοσιακά Οι μεταβολές, όμως, στη σύνθεση των ΓΓ τροφίμων τροφίμων φαίνεται ότι είναι μικρές, σε σύγκριση με τα παραδοσιακά τρόφιμα.

Οι μέχρι σήμερα μελέτες έχουν αποδείξει ότι η ασφάλεια για τους καταναλωτές που καταναλώνουν ΓΤ τρόφιμα είναι ίδια με εκείνη της παραδοσιακής τροφής και προς το παρόν, δεν υπάρχουν αποδείξεις για βλάβες στην υγεία από τα ΓΤ τρόφιμα, εκτός από την αύξηση συνήθων ανεπιθυμήτων ενεργειών και τη συχνότερη εμφάνιση διάρροιας. Oι εμπειρογνώμονες, όμως, στην ασφάλεια των ΓΤ τροφίμων υποστηρίζουν ότι ελάχιστα είναι γνωστά για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις των ΓΤ τροφίμων στην υγεία και ότι η αναγνώριση αυτών των επιδράσεων είναι πολύ δύσκολη ή και αδύνατη, λόγω των πολλών επιδράσεων που προκαλούνται στον άνθρωπο από τη μεγάλη γενετική ποικιλότητα των φυτών. Η εκτίμηση των κινδύνων για το περιβάλλον περιλαμβάνει και τη μελέτη των κινδύνων που πιθανόν να προέλθουν από τα νέα ΓΤ προϊόντα, π.χ. τοξικές ή αλλεργιογόνες πρωτεΐνες, καθώς και από την πιθανή μεταφορά στο περιβάλλον γονιδίων με ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά.

Είναι επιτακτική, επομένως, η συνεχής επαγρύπνηση των τοξικολόγων για την αναγνώριση και αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών που οφείλονται στα ΓΤ τρόφιμα και οι οποίες πιθανόν να είναι άμεσες ή έμμεσες ή να οφείλονται στην μακροπρόθεσμη επίδραση στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον. Επίσης, οι προσπάθειες στρέφονται προς την εξέλιξη της αναλυτικής μεθοδολογίας στον τομέα αυτό, για τον έλεγχο της ασφάλειας των ΓΓ τροφίμων.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ