ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Η επίδραση του περιβάλλοντος στην υγεία

Green Biotech Hellas

Έχει προσδιοριστεί ότι το 23% όλων των θανάτων μπορούν να αποδοθούν σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Από τις 102 μείζονες ασθένειες, ομάδες ασθενειών και τραυματισμούς που καλύφθηκαν από το World Health Report, προέκυψε ότι οι παράγοντες κινδύνου του περιβάλλοντος συνεισφέρουν στο νοσολογικό φορτίο σε 85 από αυτές τις κατηγορίες.

Παγκοσμίως, ιδίως όσον αφορά στα παιδιά ηλικίας 0 - 14 ετών, το ποσοστό των θανάτων που αποδίδονται στο περιβάλλον είναι 34%. Εύλογες είναι οι μεγάλες περιφερειακές διαφορές σε αυτήν τη συνεισφορά, που οφείλονται τόσο στην έκθεση στους κινδύνους του περιβάλλοντος, όσο και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας στις διάφορες αυτές περιοχές. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούν πιθανόν συντηρητικές εκτιμήσεις, καθώς δεν υπάρχουν ακόμα αποδείξεις για πολλά νοσήματα.

Επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι σε πολλές περιπτώσεις το παθογενετικό μονοπάτι ανάμεσα στον περιβαλλοντικό κίνδυνο και στη νόσο μπορεί να είναι πολύ σύνθετο. Για παράδειγμα, έμμεση σχέση κακής θρέψης - υδατογενών νοσήματων ή απουσίας φυσικής δραστηριότητας - πολεοδομικού σχεδιασμού. Υπάρχουν ασφαλώς και περιπτώσεις όπου, ενώ οι επιπτώσεις στην υγεία είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές, δεν είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί η επίδραση του περιβάλλοντος στην ανθρώπινη υγεία, όπως π.χ. η περίπτωση των οικοσυστημάτων που έχουν μεταβληθεί ή εξαλειφθεί.

Εκτιμάται ότι το 94% των διαρροϊκών νοσημάτων παγκοσμίως, αποδίδονται στο περιβάλλον με παράγοντες κινδύνου το μη ασφαλές πόσιμο νερό, τη μη ασφαλή διάθεση των λυμάτων και το χαμηλό επίπεδο υγιεινής. Όσον αφορά στις λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, αυτές είναι δυνατόν να συσχετιστούν με ρύπανση/μόλυνση του αέρα εσωτερικών χώρων, είτε από χρήση στερεών καυσίμων εντός της οικίας, είτε πιθανώς από παθητικό κάπνισμα, όπως επίσης και από τη ρύπανση/μόλυνση του αέρα εξωτερικών χώρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, 20% τέτοιων λοιμώξεων αποδίδεται σε περιβαλλοντικές αιτίες στις ανεπτυγμένες χώρες, ποσοστό που ανέρχεται στο 42% στις αναπτυσσόμενες χώρες. Εκτιμάται ότι ποσοστό 42% των περιστατικών της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονικής νόσου είναι αποδόσιμη σε περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η επαγγελματική έκθεση στη σκόνη και σε χημικές ουσίες ή ακόμα σε ρύπανση του αέρα του εσωτερικού χώρου, εφόσον χρησιμοποιούνται στερεά καύσιμα. Εξάλλου, «άλλες» μη εκούσιες βλάβες/τραυματισμοί αποδίδονται κατά 44% σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, π.χ. κίνδυνοι στο χώρο της εργασίας, ακτινοβολία και βιομηχανικά ατυχήματα. Σε σχέση με την ελονοσία, τέλος, η Ελλάδα γνωρίζει από την επιτυχή έκβαση του αγώνα για την καταπολέμησή της, ότι πολιτικές και πρακτικές που αφορούν στη χρήση της γης, στην καταστροφή των δασών, στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στις συνθήκες οίκησης και στην τροποποίηση του σχεδιασμού των κατοικιών, είναι δυνατόν να επιτύχουν ακόμη και την εκρίζωσή της. Πάντως, το 42% των περιπτώσεων της νόσου αυτής αποδίδεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως ανεπαρκείς πεζόδρομοι και ποδηλατόδρομοι, συνεισφέρουν επίσης σημαντικά σε τραυματισμούς από τροχαία ατυχήματα (40%) (WHO 2006). Ασφαλώς, οι επιπτώσεις στην υγεία ορισμένων μεταβολών στην αστική γεωγραφία και στους τρόπους μετακίνησης, μένει ακόμα να προσδιοριστούν σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Ο συνολικός αριθμός απώλειας ετών υγιούς ζωής κατά κεφαλή ως αποτέλεσμα περιβαλλοντικού φορτίου, είναι 15 φορές υψηλότερος στις αναπτυσσόμενες χώρες απ’ ότι στις αναπτυγμένες. Έτσι, για τα διαρροϊκά νοσήματα και τα νοσήματα του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, το περιβαλλοντικό φορτίο ήταν 120 με 150 φορές μεγαλύτερο σε ορισμένες υποπεριοχές του Π.Ο.Υ. για αναπτυσσόμενες χώρες, συγκρινόμενες με υποπεριοχές του Π.Ο.Υ. για ανεπτυγμένες χώρες.

Η απουσία φυσικής δραστηριότητας είναι παράγοντας κινδύνου για διάφορα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, περιλαμβανόμενης της ισχαιμικής καρδιοπάθειας, του καρκίνου του στήθους, του παχέος εντέρου και του ορθού, καθώς και του σακχαρώδους διαβήτη. Έχει εκτιμηθεί ότι σε ορισμένες ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου, όπως στη Β. Αμερική, η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας μπορεί να μειωθεί κατά 31% μέσω περιβαλλοντικών παρεμβάσεων, όπως δημιουργίας πεζόδρομων και φιλικές για το ποδήλατο χρήσεις γης και μέσα μεταφοράς, καθώς και δημιουργία κατάλληλων χώρων ανάπαυσης και εργασίας, αλλά και εφαρμογή πολιτικών που υποστηρίζουν περισσότερο ενεργούς τρόπους ζωής.

Αντίθετα, οι αναπτυσσόμενες χώρες εμφανίζουν βαρύτερο νοσολογικό φορτίο από μη ηθελημένους τραυματισμούς και τραυματισμούς από τροχαία ατυχήματα οφειλόμενα σε περιβαλλοντικούςπαράγοντες. Στις χώρες αυτές, ο μέσος όρος απώλειας ετών υγιούς ζωής κατά κεφαλή, ως αποτέλεσμα τραυματισμών συσχετισμένων με περιβαλλοντικούς παράγοντες, ήταν αδρώς ο διπλάσιος από εκείνο των ανεπτυγμένων χωρών, με διαφορές που μεγάλωναν σε επίπεδο υποπεριοχών. Για τα τροχαία ατυχήματα υπάρχει 15πλάσια διαφορά μεταξύ του νοσολογικού φορτίου περιβαλλοντικής προέλευσης στις χώρες αυτές, ακόμα και μεταξύ διαφόρων περιοχών εντός των χωρών αυτών.

ΠΗΓΗ

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ