ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ο καρκίνος του πνεύμονα έχει αιτία ... γνωστή!

src guardian

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μία από τις πλέον συνήθεις μορφές κακοήθειας, με την εμφάνισή της να πλήττει κυρίως τα άτομα της μέσης και τρίτης ηλικίας. Στην Ελλάδα, αυτό το είδος καρκίνου είναι το συχνότερο στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες παρουσιάζεται με όλο και αυξανόμενους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι να κατέχει πλέον τη δεύτερη θέση σε σειρά προσβολής, έπειτα από εκείνον του μαστού.

Υπολογίζεται ότι ο πνευμονικός καρκίνος ευθύνεται για το 35% των θανάτων από καρκινικά αίτια στους άρρενες και για το 25% στις γυναίκες. Επίσης εκτιμάται ότι προκαλεί περισσότερους θανάτους από όσους όλοι μαζί, οι καρκίνοι του παχέος εντέρου, του μαστού και του προστάτη αδένα (στους άνδρες). Το 60% των ασθενών στους οποίους διαγιγνώσκεται καρκίνος του πνεύμονα, πεθαίνει μέσα στο επόμενο έτος.

Το κάπνισμα (ενεργητικό αλλά και παθητικό, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες) είναι ο βασικός αιτιολογικός παράγων της νόσου, με το 80-85% των πασχόντων από καρκίνο στον πνεύμονα να είναι καπνιστές. Σε χώρες με παρατεταμένη χρήση τσιγάρων, το ποσοστό των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα που οφείλεται στο κάπνισμα φτάνει στο 90%.

Σε σχεδόν 9 στους 10 ασθενείς με πνευμονικό καρκίνο, υπάρχει άμεση σχέση με το κάπνισμα. Μεγάλο ρόλο στη συσχέτιση αυτή παίζει ο αριθμός των τσιγάρων που καπνίζονται ημερησίως, αλλά και τα συνολικά έτη καπνίσματος. Ένας καπνιστής (εφόσον καπνίζει ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα για πολλά χρόνια) αυξάνει κατά 30 φορές την πιθανότητά του να ασθενήσει από καρκίνο του πνεύμονα, σε σχέση με έναν μη καπνιστή. Ακόμη, υπολογίσθηκε ότι ένα στα επτά άτομα που καπνίζουν άνω των δύο πακέτων την ημέρα, θα πεθάνει τελικά από τη νόσο. Η κατάσταση μάλιστα είναι παρόμοια για τους καπνιστές πούρου ή πίπας. Η διακοπή της βλαβερής αυτής συνήθειας, μειώνει εντυπωσιακά την πιθανότητα νόσησης.

Το κάπνισμα προκαλεί επίσης τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, μια παθολογική κατάσταση η οποία αυξάνει από 4 έως 6 φορές περισσότερο την πιθανότητα να προσβληθούν στη συνέχεια και από καρκίνο.

Γενικά, οποιαδήποτε νόσος προκαλεί βλάβες ή χρόνιο ερεθισμό στο πνευμονικό παρέγχυμα (περίβλημα του ιστού) ενέχεται για αύξηση του κινδύνου καρκινικής εμφάνισης. Τέτοιες ασθένειες είναι το άσθμα, η φυματίωση, το πνευμονικό εμφύσημα, η αμιάντωση (από την οποία υποφέρουν οι εργαζόμενοι στο σχετικό κλάδο) κ.α. Επίσης, η συχνή έκθεση σε άλλους ερεθιστικούς παράγοντες, όπως η ραδιενεργός ακτινοβολία (ακόμη και για θεραπευτικούς σκοπούς) και κάποιες ακόμη χημικές ουσίες (λ.χ. στη βυρσοδεψία), δηλητηριώδεις ενώσεις (αρσενικό) ή ορυκτά (όπως π.χ. το ραδόνιο), αλλά και η στενή επαφή με αναθυμιάσεις, προϊόντα καύσης, εξατμίσεις και καυσαέρια αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο.

Κάποιο ρόλο στην εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα παίζει το οικογενειακό- κληρονομικό ιστορικό, καθώς άτομο του οποίου συγγενής α’ βαθμού προσβλήθηκε από τη νόσο έχει αρκετές πιθανότητες να νοσήσει κι αυτό. Γενετικοί, όπως και διατροφικοί παράγοντες (π.χ. δίαιτα φτωχή σε καροτίνη και βιταμίνες Α και Β) θεωρείται ότι μπορούν να επηρεάσουν την κατάσταση. Τέλος, άνθρωποι με ηλικία άνω των 70 ετών παρουσιάζουν σε συχνότητα 300 φορές μεγαλύτερη από εκείνους κάτω των τριάντα, τη νόσο αυτή.

Τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας σε αρκετές περιπτώσεις καθυστερούν, με συνέπεια -όταν αυτά φανούν- ο καρκίνος να έχει ήδη επεκταθεί. Αυτό, έχει δυστυχώς δραματικές επιπτώσεις στην πρόγνωση της νόσου. Επίμονος βήχας, βράγχος φωνής, αιμοπτύσεις, πόνος στο στήθος, δύσπνοια, ανορεξία, εξάντληση και απώλεια βάρους θα πρέπει να προϊδεάσουν τον ασθενή, που επιβάλλεται να σπεύσει άμεσα στο θεράποντα ιατρό του. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μία απλή ακτινογραφία θώρακος αρκεί για την εντόπιση του όγκου, ενώ η αξονική ή η μαγνητική τομογραφία προσφέρουν επιπλέον διευκρινήσεις σχετικά με την έκταση της βλάβης.

Η τελική διάγνωση (που θα καθορίσει τον τύπο, τους ακριβείς χαρακτήρες και το στάδιο της νόσου) τίθεται έπειτα από βρογχοσκόπηση και ιστολογική εξέταση. Η θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα με στόχο την απόλυτη ίαση (στην οποία φθάνει ένα σχετικά μικρό ποσοστό των προσβληθέντων, λόγω κυρίως της καθυστερημένης διάγνωσης) είναι δυνατή εφόσον δεν έχουν εκδηλωθεί μεταστάσεις σε άλλα όργανα (αν εκδηλωθούν, εφαρμόζεται παρηγορητική θεραπεία). Συνίσταται δε, σε χειρουργική εκτομή (που είναι και η αποτελεσματικότερη μέθοδος στα αρχικά στάδια), ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία ή και συνδυασμό των ανωτέρω (ιδιαίτερα όταν ο όγκος είναι εκτεταμένος).

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ