ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ

Αλλαγή στο DNA προκαλεί σκλήρυνση κατά πλάκας

src EE
Μοριακοί βιολόγοι κατάφεραν να εντοπίσουν μια μετάλλαξη σε ένα και μόνο γονίδιο που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σκλήρυνσης κατά πλάκας. Η μετάλλαξη αυτή κληρονομείται στα μέλη μιας οικογένειας και οδηγεί το 70% των ατόμων που την έχουν στο γενετικό υλικό τους να εκδηλώσουν τη σοβαρή αυτή ασθένεια.

Η νέα ανακάλυψη έρχεται σε αντίθεση με την άποψη που είχαν ως τώρα οι επιστήμονες, ότι δηλαδή το γενετικό υπόβαθρο της σκλήρυνσης είναι πολύπλοκο και ότι για την εμφάνισή της πολλά γονίδια πρέπει να εμπλέκονται ταυτόχρονα, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι αρκεί μία και μόνη μετάλλαξη για να προκληθεί η νόσος και να περάσει από τη μία γενιά στην άλλη.

Τι είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας;
Η σκλήρυνση κατά πλάκας ή πολλαπλή σκλήρυνση είναι μία αυτοάνοση φλεγμονώδης ασθένεια κατά την εκδήλωση της οποίας καταστρέφονται τα μονωτικά καλύμματα των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό. Η καταστροφή αυτή διαταράσσει την ομαλή ροή των νευρικών σημάτων εντός του νευρικού συστήματος με αποτέλεσμα οι ασθενείς να εμφανίζουν ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων που συμπεριλαμβάνουν σωματικά, πνευματικά και ψυχιατρικά προβλήματα. Η πολλαπλή σκλήρυνση συναντάται σε αρκετές μορφές με τα νέα συμπτώματα είτε να λαμβάνουν χώρα με μεμονωμένες κρίσεις που ονομάζονται υποτροπές, είτε να δημιουργούνται με την πάροδο του χρόνου ως μια σταδιακή επιβάρυνση. Μεταξύ των υποτροπών τα συμπτώματα μπορεί να εξαφανίζονται τελείως, όμως πολλές είναι οι περιπτώσεις που αφήνουν πίσω τους μόνιμα νευρολογικά προβλήματα αυξάνοντας την αναπηρία του ασθενούς. Συνήθως η νόσος ξεκινά σαν διαλείπουσα υποτροπιάζουσα, αλλά στους πιο πολλούς ασθενείς εξελίσσεται μια προϊούσα πορεία μετά από λίγα χρόνια. Η υποτροπιάζουσα φάση της νόσου χαρακτηρίζεται από επεισόδια φλεγμονής στη λευκή ουσία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, ενώ η απώλεια αξόνων και η εκφύλιση των νευρικών κυττάρων χαρακτηρίζουν την προϊούσα φάση της νόσου. Η κλινική πορεία της νόσου ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των ατόμων ενώ δεν είναι θανατηφόρος νόσος αν και μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο λόγω δευτεροπαθών επιπλοκών. Σημειώνεται ότι το προσδόκιμο επιβίωσης μειώνεται περισσότερο από μία δεκαετία.  

Πως γίνεται η διάγνωση;
Προς το παρόν τουλάχιστο δεν υπάρχει διαθέσιμη εξέταση που από μόνη της να επιβεβαιώνει ή να αποκλείει τη νόσο. Υπάρχουν όμως πολλές διαγνωστικές εξετάσεις και διαδικασίες που μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση και την αξιολόγηση της βαρύτητας της νόσου, όπως η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού, η εξέταση οπτικών προκλητών δυναμικών, η ανάλυση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και βέβαια το αναλυτικό ιστορικό. Η ακριβής διάγνωση είναι κρίσιμης σημασίας για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Η διάγνωση μπορεί να εμφανίζει αρχικά κάποια δυσκολία καθώς και άλλες νόσοι εμφανίζονται με συμπτώματα παρόμοια με αυτά της σκλήρυνση κατά πλάκας, όπως η νόσος Lyme, η σαρκοείδωση του κεντρικού νευρικού συστήματος και η νόσος Behcet. Ακόμα και μη απομυελινωτικές νόσοι μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια εικόνα. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί ορισμένες φορές να μιμηθεί την υποτροπιάζουσα διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας.

Ποιο ρόλο παίζει το DNA;
Ο κίνδυνος εκδήλωσης και η πορεία της νόσου επηρεάζονται από πολλούς κληρονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται να είναι ετερόκλητοι, όπως το γεωγραφικό πλάτος, τα επίπεδα της βιταμίνης D ή η λοίμωξη από τον ιό Epstein Barr. Οι γενετικοί παράγοντες συμβάλλουν ιδιαίτερα στην προδιάθεση για σκλήρυνση κατά πλάκας. Μελέτες διδύμων και οικογενειών ασθενών δείχνουν ότι ένας συγγενής ατόμου με σκλήρυνση κατά πλάκας έχει υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξει τη νόσο από όσο κάποιος χωρίς οικογενειακό ιστορικό. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται να είναι μεγαλύτερος στους συγγενείς πρώτου βαθμού, ιδιαίτερα στις κόρες γυναικών που πάσχουν. Η πιθανότητα τα δίδυμα που προέρχονται από το ίδιο ωάριο να έχουν αυτό το γενετικό χαρακτηριστικό είναι σχεδόν έξι φορές υψηλότερη από αυτήν που παρατηρείται σε δίδυμα από διαφορετικό ωάριο ή στα άλλα αδέλφια. Η νέα ανακάλυψη ενισχύει την πεποίθηση των επιστημόνων ότι μερικές τουλάχιστον μορφές της νόσου είναι κληρονομικές. Το γονίδιο που όταν εμφανίζεται μεταλλαγμένο οδηγεί στη νόσο είναι το NR1H3, το οποίο παράγει την πρωτεΐνη LXRA λειτουργώντας ως διακόπτης ενεργοποίησης και απενεργοποίησης άλλων γονιδίων. Η μετάλλαξη του γονιδίου αυτού εμποδίζει την ενεργοποίηση ζωτικών γονιδίων για την προστασία και την ανανέωση των νευρικών κυττάρων, με συνέπεια την πρόκληση φλεγμονής και την καταστροφή της μυέλινης που είναι το προστατευτικό και μονωτικό υλικού των κυττάρων αυτών. Η νέα μελέτη αποδεικνύει ότι αρκεί μία και μόνη μετάλλαξη για να προκληθεί η νόσος και να περάσει στους απογόνους.

Παρόν και μέλλον
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι η ανακάλυψη μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων γενετικών θεραπειών για τη νόσο, ιδίως όσον αφορά στην ταχέως εξελισσόμενη προϊούσα μορφή της ασθένειας που αφορά περίπου το 15% των ασθενών. Ο συνεχής εμπλουτισμός των θεραπευτικών επιλογών για την αντιμετώπιση της πολλαπλής σκλήρυνσης είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Πλέον η έρευνα έχει οδηγήσει στην ύπαρξη περισσότερων από 10 θεραπευτικών επιλογών για τους ασθενείς, όπως πρόσφατα η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη βήτα-1α, σε σχέση με την παντελή έλλειψη θεραπείας πριν από είκοσι χρόνια περίπου.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ