Υγεία

Η αναιμία είναι παθολογική κατάσταση με πολλές αιτίες

src thesun

Η αναιμία είναι παθολογική κατάσταση του οργανισμού, ο ορισμός της οποίας δεν είναι εύκολος. Θεωρητικά, αναιμία είναι η μικρότερη από τη φυσιολογική μάζα κυκλοφορούντων στο αίμα ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στην πράξη, η αναιμία αναγνωρίζεται με τον εργαστηριακό προσδιορισμό δεικτών της μάζας των κυκλοφορούντων ερυθρών αιμοσφαιρίων, όπως είναι ο αιματοκρίτης, η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης στο αίμα και ο αριθμός των ερυθρών ανά κυβικό χλιοστό αίματος.

Η αναιμία δεν αποτελεί στην ουσία κλινική εκδήλωση (σύμπτωμα), αλλά εργαστηριακό εύρημα. Ούτε και νόσο αποτελεί στην κυριολεξία, αφού είναι αποτέλεσμα ποικίλων ασθενειών. Κατά συνέπεια, η διάγνωση "αναιμία", δεν έχει ουσιαστικό νόημα. Για να είναι η διάγνωση σαφής, θα πρέπει να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη νόσος που προκαλεί την αναιμία ή να αναφέρεται σε συγκεκριμένο τύπο αναιμίας. Η αναιμία αναγνωρίζεται ως ωχρότητα του δέρματος και των επιπεφυκότων του ματιού, ωχρότητα, όμως, δε σημαίνει υποχρεωτικά και ύπαρξη αναιμίας. Στα συμπτώματα του ασθενούς με αναιμία συμπεριλαμβάνονται επίσης ταχυκαρδία, αίσθημα κόπωσης, δύσπνοια στην κόπωση, φύσημα, ζάλη, εμβοές στα αυτιά, κεφαλαλγία. Τα συμπτώματα, ωστόσο, του αναιμικού αρρώστου εξαρτώνται όχι μόνο από τη βαρύτητα της κατάστασης αλλά και από την ταχύτητα εγκατάστασης της αναιμίας και το υποκείμενο νόσημα.

Οι αναιμίες διακρίνονται σε ποικίλλες κατηγορίες οι οποίες βασίζονται σε διαφορετικές ταξινομήσεις. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει καταρχήν θεραπευτική παρέμβαση για το νόσημα που προκαλεί την αναιμία.

Αιμολυτική αναιμία είναι η αναιμία που προέρχεται από μείωση της επιβίωσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Καθημερινά, παράγονται στον οργανισμό 200 δισεκατομμύρια ερυθροκύτταρα που ζουν περίπου 120 ημέρες. Μετά το θάνατό τους τα ερυθροκύτταρα απομακρύνονται από τα μακροφάγα. Ο μυελός των οστών έχει την ικανότητα να αυξήσει την ερυθροποιητική του δραστξριότητα κατά 6-8 φορές, κάτι που καταδεικνύει ότι για να δημιουργηθεί αναιμία θα πρέπει να μειωθεί σημαντικά η επιβίωση των ερυθροκυττάρων. Εάν η μείωση δεν είναι σημαντική, δημιουργείται μια κατάσταση που ονομάζεται αντισταθμιζόμενη αιμόλυση. Οι αιμολυτικές αναιμίες διακρίνονται σε οξείες και χρόνιες, σε κληρονομικές και επίκτητες, και ανάλογα με την αιτία τους σε διαταραχές της μεμβράνης των ερυθροκυττάρων, σε αυτές που οφείλονται σε βλάβη του μεταβολισμού ενζύμων και σε καταστάσεις αυτοανοσίας. Η διάγνωση του τύπου της αιμολυτικής αναιμίας απαιτεί τη λεπτομερή λήψη του ιστορικού του ασθενούς (με έμφαση σε θέματα όπως οικογενειακό ιστορικό, λήψη φαρμάκων, είδος διατροφής), πλήρη κλινική εξέταση και ειδικό εργαστηριακό έλεγχο (δοκιμασία Coombs).

Απλαστική αναιμία ή Μυελική δυσπλασία είναι το αναιμικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη όλων των τύπων των κυττάρων του αίματος και μείωση ή εξαφάνιση των κυτταρικών σειρών στο μυελό των οστών. Γενικά, στον όρο απλαστική αναιμία δεν περιλαμβάνονται παρόμοιες καταστάσεις που οφείλονται στην παρουσία στο μυελό κακοήθους νόσου, σε ακτινοβόληση και αντικαρκινικά φάρμακα, αλλά ποιοτικές ή ποσοτικές διαταραχές των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων. Στο 40-70% των περιπτώσεων η αιτία της νόσου είναι άγνωστη, ενώ στις υπόλοιπες τα αίτια είναι κυρίως τοξικά ή λοιμώδη.

Η έναρξη της νόσου είναι συνήθως ύπουλη με εμφάνιση προοδευτικής καταβολής δυνάμεων, εύκολη κόπωση και αδυναμία. Σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύεται από εμφάνιση αιμορραγικών εκδηλώσεων. Η εμφάνιση λοιμώξεων κατά την έναρξη της ασθένειας είναι σπάνια, αντίθετα αυτές αποτελούν σοβαρό πρόβλημα κατά την πορεία και εξέλιξη της νόσου. Επιπλέον, ο ασθενής εμφανίζει ωχρότητα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση περιλαμβάνει κατ' αρχήν γενικά μέτρα με ουσιαστική υποστηρικτική θεραπεία και φροντίδα για την απομάκρυνση κάθε πιθανού υπεύθυνου τοξικού παράγοντα. Το 30-80% των αρρώστων ανταποκρίνεται στη φαρμακευτική θεραπεία που είναι ανοσοκατασταλτική. Σε νέα άτομα με βαριά απλαστική αναιμία, θεραπεία επιλογής είναι η μεταμόσχευση μυελού των οστών.

Μακροκυτταρική αναιμία είναι η αναιμία που χαρακτηρίζεται από αύξηση του μέσου μεγέθους του ερυθρού αιμοσφαιρίου. Διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: μεγαλοβλαστικές και μη μεγαλοβλαστικές αναιμίες. Οφείλονται σε έλλειψη βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος. Ονομάζονται έτσι γιατί σε αυτές τις καταστάσεις, ο μυελός των οστών είναι μεγαλοβλαστικός, δηλαδή παρατηρούνται σε αυτόν μεγαλύτερα κύτταρα από το φυσιολογικό. Μεγαλοβλαστική εικόνα συνοδεύει επίσης ορισμένα κακοήθη νοσήματα του αίματος. Τα συνηθέστερα συμπτώματα αυτής της οικογένειας παθήσεων περιλαμβάνουν: ωχρότητα, αδυναμία, καταβολή δυνάμεων, ερυθρότητα και αίσθημα πόνου στη γλώσσα, ανορεξία, απώλεια βάρους και ίσως συμπτώματα από το καρδιαγγειακό και το νευρικό σύστημα. Η θεραπεία, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση βιταμίνης Β12 ή φυλλικού, μετάγγιση αίματος ή αντιμετώπιση της νόσου που μπορεί να προκάλεσε την αναιμία.

Η σιδηροπενική αναιμία είναι η πιο συχνή μορφή αναιμίας. Πλήττει κυρώς νεογνά, παιδιά, εφήβους και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, κυοφορούσες ή μη. Επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν οτι το 3% των γυναικών έχουν σιδηροπενική αναιμία, ενώ το 20% των γυναικών έχουν μειωμένα αποθέματα σιδήρου χωρίς όμως να παρουσιάζουν αναιμία. Οι αιτίες που θεωρούνται υπεύθυνες για την εμφάνιση της σιδηροπενικής αναιμίας είναι η μειωμένη πρόσληψη ή η αυξημένη απώλεια σιδήρου. Καθοριστικός παράγοντας αυτών των αιτιών είναι οι αυξημένη ανάγκη για σίδηρο, κοινή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της γαλουχίας στα νεογνά, και ιδίως τα πρόωρα. Η μειωμένη πρόσληψη σιδήρου μπορεί με τη σειρά της να οφείλεται σε πτωχή (σε σίδηρο) δίαιτα ή σε μειωμένη εντερική απορρόφηση σιδήρου.

Συνήθη αίτια της μειωμένης εντερικής απορρόφησης είναι η αχλωρυδρία, η γαστρεκτομή και το σύνδρομο δυσαπορρόφησης. Η αχλωρυδρία ή η γαστρεκτομή προκαλούν μείωση της οξύτητας του γαστρικού περιεχομένου. Το όξινο περιβάλλον είναι απαραίτητο για την αποδέσμευση του σιδήρου από δυσαπορρόφητα σύμπλοκα που μπορεί να σχηματίσει με άλλα μεγαλομόρια. Η αυξημένη απώλεια σιδήρου μπορεί να οφείλεται σε αιμορραγία του γαστρεντερικού συστήματος, στην έμμηνο ρύση και σε άλλες αιτίες, όπως η αιμοσφαιρινουρία, η αιμορραγία του αναπνευστικού συστήματος η κληρονομική αιμορραγική τηλεαγγειεκτασία, η αιμοδιάλυση. ή η αιμοδοσία. Σε κάθε περίπτωση, η σιδηροπενική αναιμία παρουσιάζεται κλινικά με χλωμό (ωχρώ) δέρμα και αίσθημα κόπωσης. Εργαστηριακά, ο σιδηροπενικός ασθενής εμφανίζει υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία και χαμηλά επίπεδα φερριτίνης ορού.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ