Υγεία

Η ανοσία και το ανοσοποιητικό σύστημα ...

src dosenation

Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι επιφορτισμένο με την προστασία του οργανισμού από βιολογικές απειλές που προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον. Περιλαμβάνει ανατομικά διακριτά όργανα, όπως ο σπλήνας και οι λεμφαδένες, κύτταρα του αίματος, όπως τα πολυμορφοπύρηνα, τα λεμφοκύτταρα και τα μονοπύρηνα, αλλά και κύτταρα διεσπαρμένα στους ιστούς του σώματος, όπως τα μακροφάγα των ιστών. Η ανοσία διακρίνεται σε φυσική και επίκτητη.

Η φυσική ανοσία δεν προϋποθέτει την προηγούμενη επαφή του οργανισμού με κάποιο παθογόνο. Είναι πάντοτε παρούσα και αποτελεί την πρώτη άμυνα του οργανισμού απέναντι στη δυνητική απειλή. Εδω κατατάσσονται η προστασία που προσφέρουν το δέρμα και οι βλεννογόνοι, οι αντιμικροβιακοί παράγοντες που περιέχονται σε εκκρίσεις, όπως το σάλιο και τα δάκρυα (λυσοζύμη), η οξύτητα του περιεχομένου του στομάχου, η διαρκής κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, ο ιδρώτας και οι εκκρίσεις των σμηγματογόνων αδένων, το κροσσωτό επιθήλιο της αναπνευστικής οδού, το σύστημα των φαγοκυττάρων (πολυμορφοπύρηνα, μονοπύρηνα, μακροφάγα των ιστών), η ιντερφερόνη, το σύστημα του συμπληρώματος και τα φυσικά κύτταρα-φονείς (NK cells, natural killer cells).

Στη φυσική ανοσία συμβάλλει ουσιαστικά και η φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα, μέσω της αντίστασης αποικισμού που προβάλλει στην εγκατάσταση παθογόνων μικροοργανισμών, αλλά και μέσω της έκκρισης αντιμικροβιακών ουσιών (βακτηριοσίνες). Τέλος, οι σιδηροδεσμευτικές πρωτεΐνες του ορού, όπως η τρανσφερρίνη και η λακτοφερρίνη, αποστερούν από τα μικρόβια το σίδηρο, που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξή τους.

Η επίκτητη ανοσία είναι μια εξειδικευμένη μορφή αντίδρασης που κατευθύνεται έναντι ενός συγκεκριμένου παθογόνου. Κεντρικό, ρυθμιστικό ρόλο στην απάντηση αυτή κατέχουν τα Τ-λεμφοκύτταρα. Ορισμένα Τ-λεμφοκύτταρα ασκούν κυτταροτοξική δράση απέναντι σε μικροβιακά κύτταρα, ή σε κύτταρα του οργανισμού που έχουν μολυνθεί από ιούς (κυτταρική ανοσία). Παράλληλα, τα Β-λεμφοκύτταρα διαφοροποιούνται σε πλασματοκύτταρα και εκκρίνουν τις ανοσοσφαιρίνες ή αντισώματα (χυμική ανοσία). Τα αντισώματα αδρανοποιούν τον αντιγονικό παράγοντα ή διευκολύνουν την κάθαρσή του με τους μηχανισμούς της φυσικής ανοσίας (φαγοκυττάρωση, συμπλήρωμα).

Με την πρώτη επαφή του οργανισμού με κάποιο αντιγόνο επέρχεται η ευαισθητοποίησή του, με παραγωγή κυττάρων ανοσολογικής μνήμης. Σε μεταγενέστερη επαφή του οργανισμού με το ίδιο αντιγόνο η απάντηση είναι ταχύτερη και αποτελεσματικότερη. Η επίκτητη ανοσία διακρίνεται περαιτέρω α) σε ενεργητική, όταν το ίδιο το άτομο παράγει τα αντισώματα ή τα ευαισθητοποιημένα λεμφοκύτταρα και β) σε παθητική, όταν του χορηγούνται προσχηματισμένα αντισώματα ή λεμφοκύτταρα, που προέρχονται από ένα προηγουμένως ευαισθητοποιημένο άτομο.

Η ανεπάρκεια του συστήματος της φυσικής ή επίκτητης ανοσίας προκαλεί τις διάφορες ανοσοανεπάρκειες, που αυξάνουν την επιρρέπεια του οργανισμού απέναντι στις λοιμώξεις. Η υπέρμετρη δραστηριοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι υπεύθυνη για την εμφάνιση των αντιδράσεων υπερευαισθησίας και των αυτοάνοσων νοσημάτων.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ