lifemag.gr | Άθληση

Η άρση βαρών είναι ατομικό άθλημα για δυνατούς αθλητές

src MIT

Η άρση βαρών είναι αγωνιστικό ατομικό άθλημα για δυνατούς αθλητές που συμπεριλαμβάνεται και στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διεξάγεται σύμφωνα με κανόνες που έχει θεσπίσει η Διεθνής Ομοσπονδία Άρσης Βαρών. Στόχος του αθλητή είναι να σηκώσει ένα διαλτήρα (κοινώς μπάρα), μήκους περίπου 2 μέτρων, όπου στις άκρες του φέρει προσαρμοσμένα προσθαφαιρετά δισκοειδή βάρη.

Το αγώνισμα διακρίνεται σε πολλές κατηγορίες ανάλογα με το βάρος του αθλητή. Οι αθλητές του αγωνίσματος αυτού ονομάζονται αρσιβαρίστες. Το άθλημα αυτό δεν συνιστάται για παιδιά και εφήβους. Οι μεγαλύτερης ηλικίας που επιθυμούν ν΄ ασχοληθούν μ΄ αυτό θα πρέπει προηγουμένως να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις καρδιάς, σπονδυλικής στήλης και κοιλιακών μυών που θα πρέπει να βρεθούν σε πολύ καλή, (άριστη), κατάσταση. Από αρχαιοτάτων χρόνων η άρση βαρών συμβόλιζε το σπορ της δύναμης και της σωματικής ομορφιάς. Στο Πελόπιο του νομού Ηλείας βρέθηκε μια βαριά πέτρα 143,5 κιλών με λαβή να πιάνεται από το ένα χέρι. Στην πέτρα αυτή γράφεται το εξής: «Ο αθλητής Βυήβων με ανύψωσε με το ένα χέρι επάνω από το κεφάλι του». Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν, ότι αυτή η πέτρα χρονολογείται από τον 6ο αιώνα π.Χ. Στη Σαντορίνη βρέθηκε μια άλλη ογκώδης πέτρα βάρους 480 κιλών που επάνω της είχε χαραγμένη την πληροφορία ότι ο αθλητής Εύμαστας, γιος του Κριτόβουλου, τη σήκωσε από το έδαφος. Αυτό το αγώνισμα όμως, το σήκωμα δηλαδή βαριών αντικειμένων δεν είχε καθιερωθεί στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες, παρά μόνο γίνονταν περιθωριακά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μουσείο στη Γερμανία υπάρχει ένα κύπελλο που είναι όμοιο με αυτό που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες και πάνω του είναι ζωγραφισμένη η προσπάθεια ενός αθλητή που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος και στέφθηκε νικητής. Στη σύγχρονη εποχή το άθλημα της άρσης βαρών εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρώτος ο Γάλλος Ντεμονέ το 1896 κωδικοποίησε τους κανόνες του αθλήματος δημιουργώντας τον «Όμιλο Άρσεως Βαρών της Γαλλίας» που το 1913 εξελίχθηκε σε Ομοσπονδία. Στους Α΄Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 που διεξάχθηκαν στην Αθήνα πρωτοεμφανίστηκε το άθλημα χωρίς επιμέρους κατηγορίες με διαφορετικούς όμως κανόνες από τους σημερινούς, όπως η άρση βάρους με το ένα χέρι ή με τα δύο χέρια.

Οι κανονισμοί του αθλήματος της άρσης βαρών τροποποιήθηκαν διαδοχικά το 1914, το 1924, το 1928 και νεότερα. Μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) υπήρχαν αναγνωρισμένες 7 κατηγορίες του αθλήματος αυτού, οι οποίες και ήταν:

1.Κατηγορία "Πετεινού", στην οποία λάμβαναν μέρος αθλητές βάρους μέχρι 56 κιλών.
2.Κατηγορία "Πτερού", όπου λάμβαναν μέρος αθλητές βάρους από 56 κ. μέχρι 60 κιλά.
3.Κατηγορία "Ελαφρών Βαρών", όπου συμμετέχουν αθλητές από 60 κ. μέχρι 67,5 κιλά.
4.Κατηγορία "Μέσων Βαρών", για αθλητές βάρους από 67,5 κ. μέχρι 75 κιλά.
5.Κατηγορία "Ημιβαρέων Βαρών", για αθλητές από 75 κ. μέχρι 82,5 κιλά.
6.Κατηγορία "Ελαφρών βαρέων Βαρών", για αθλητές από 82,5 κ. μέχρι 90 κιλά, και
7.Κατηγορία "Βαρέων Βαρών", όπου συμμετείχαν αθλητές βάρους μεγαλύτερο των 90 κιλών.
 
Στην Ολυμπιάδα του Μεξικού αποφασίστηκε τότε η προσθήκη δύο ακόμη κατηγοριών, μία μικρότερη και μία μεγαλύτερη των προηγουμένων, οι οποίες ήταν:

1.Κατηγορία "Μύγας", για αθλητές βάρους μέχρι 52 κιλών και
2.Κατηγορία "Υπερβαρέων Βαρών", για αθλητές βάρους μεγαλύτερου των 110 κιλών.
 
Έτσι με την προσθήκη των δύο τελευταίων οι κατηγορίες του αθλήματος ανέρχονται σε εννέα. Στη σύγχρονη Ελλάδα η άρση βαρών εμφανίστηκε στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 1896. Ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος πήρε την τρίτη θέση (με ένα χέρι στο ζετέ) και σήκωσε 57,5 κιλά. Στους ίδιους αγώνες ο Σωτήρης Βέρσης κέρδισε επίσης την τρίτη θέση και σήκωσε 110 κιλά και με τα δύο χέρια. Την εποχή εκείνη οι αγώνες της άρσης βαρών γίνονταν με ένα και με δύο χέρια. Στις Η.Π.Α. κατά τη διάρκεια της τρίτης Ολυμπιάδας του Αγίου Λουδοβίκου το 1904, ο Περικλής Κακούσης σήκωσε 111,67 κιλά και με τα δύο χέρια και κατέλαβε την πρώτη θέση. Αργότερα στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, το 1906, ο Δημήτρης Τόφαλος ανύψωσε 142,5 κιλά (142,8 κ.), με τα δύο χέρια, ήρθε πρώτος και έγινε εθνικός ήρωας, εκ του γεγονότος ότι η επίδοση αυτή ήταν παγκόσμιο ρεκόρ που διατήρησε μέχρι το 1914. Την εποχή εκείνη (1896-1906) τμήματα άρσης βαρών υπήρχαν μόνο στην εταιρία Πατρών, στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο και στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο. Άλλοι Έλληνες αθλητές που διακρίθηκαν την εποχή εκείνη ήταν οι Χριστόπουλος, Φωκάς, Γεωργιάδης, Βαρανάκης και αργότερα οι Βερεξής και Δρούκας. Μετά το 1910 η κίνηση γύρω απ΄ αυτό το αγώνισμα σχεδόν νεκρώθηκε στην Ελλάδα, αφού δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον.

Η άρση βαρών εμφανίστηκε και πάλι το 1948-1949, όπου μία νέα κίνηση ξεκίνησε από τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο όταν ο γνωστός φίλαθλος και εργάτης της πάλης και της άρσης βαρών Ζακ Καριωτάκης ζήτησε από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, Ε.Ο.Α., να φέρει στην Ελλάδα τα πρώτα σύγχρονα όργανα του αθλήματος. Τότε δημιουργήθηκε και το πρώτο καταστατικό του αθλήματος και σιγά - σιγά άρχισαν να οργανώνονται αγώνες επίδειξης. Τότε οι παλμοί της άρσης βαρών ήταν πέντε: απόσπαση με ένα χέρι (αρασέ), εκτίναξη με ένα χέρι (ζετέ), δυναμικό πρες με δύο χέρια, απόσπαση με δύο χέρια και εκτίναξη με δύο χέρια. Έτσι η άρση βαρών συγχωνεύτηκε με την πάλη μέχρι το 1972. Επίσης την ίδια χρονιά έγινε ριζική αλλαγή όσον αφορά τους παγκόσμιους κανονισμούς και οι άρσεις περιορίστηκαν σε τρεις κινήσεις: στο πρες ντεβελοπέ, στο αρασέ και επολέ ζετέ. Στους τοπικούς αγώνες οι άρσεις εξακολουθούσαν να είναι πέντε. Το 1951-1952 ο πρώτος που δίδαξε την τεχνική στους αθλητές του Εθνικού ήταν ο Ιταλός προπονητής της πάλης Μπιάνκι. Το 1961 έγιναν στην Ελλάδα οι πρώτοι μεγάλοι αγώνες επίδειξης της ολυμπιακής άρσης βαρών που σημείωσαν τεράστια επιτυχία. Η άρση βαρών στη Θεσσαλονίκη και γενικά στη Βόρειο Ελλάδα εμφανίστηκε με τη μορφή λαϊκών αγώνων και επιδείξεων σε διάφορους αθλητικούς χώρους, όπως στα γυμναστήρια της ΧΑΝΘ, του ΒΑΟ, του ΝΟΘ. Σιγά - σιγά η άρση βαρών εξελίχθηκε και σε άλλες περιοχές της χώρας και ειδικά στα νησιά. Το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα έγινε το 1964 με διοργανωτή τον Παναθηναϊκό και πήραν μέρος αρκετοί αθλητές από όλους τους συλλόγους που είχαν δημιουργήσει τμήματα άρσης βαρών. Μετά την Ολυμπιάδα του Μονάχου η παγκόσμια ομοσπονδία αποφάσισε να καταργήσει την κίνηση ντεβελοπέ. Έτσι στην άρση βαρών παρέμειναν μόνο δύο κινήσεις, το αρασέ και το ζετέ, όπως ισχύει και σήμερα.
 
Η ελληνική άρση βαρών συγκαταλέγεται στις καλύτερες του κόσμου. Στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης ο Πύρρος Δήμας κατέκτησε χρυσό μετάλλιο, ενώ θαυμάσια εμφάνιση είχε και ο Βαλέριος Λεωνίδης. Στην Ολυμπιάδα της Ατλάντα η άρση βαρών κατήγαγε θρίαμβο με 2 χρυσά μετάλλια από τους Πύρρο Δήμα και Κάχι Καχιασβίλι, 3 ασημένια μετάλλια με τον Βαλέριο Λεωνίδη, τον Τζαλίλη και τον Κόκκα, καθώς και 2 τέταρτες θέσεις με νέους ελπιδοφόρους αθλητές. Πολύ καλή εντύπωση στους θεατές έκανε η πειθαρχία της ομάδας και η καθοδήγηση του προπονητή Χρήστου Ιακώβου. Το άθλημα της άρσης βαρών εκτελείται συνήθως επί ξύλινης εξέδρας επενδεδυμένη με ειδικό υλικό ιδιαίτερης αντοχής με μήκος πλευράς 4 μέτρων.

Όργανα του αθλήματος είναι ο διαλτήρας, (κοινώς μπάρα), και οι μεταλλικοί δίσκοι βάρους, (κοινώς δισκόβαρα). Η μπάρα είναι συμπαγής μεταλλική ράβδος συνήθως επινικελωμένη διαμέτρου 3 εκατοστών όπου στις άκρες της που καταλήγουν σε σπείρωμα προσαρμόζονται τα δισκόβαρα τα οποία και στερεώνονται με ασφαλιστικούς κοχλίες. Το μεγαλύτερο ελεύθερο μήκος της μπάρας μεταξύ των προσαρμοσμένων στις άκρες της βαρών είναι 1,30 μ. Το ύψος της μπάρας με τα φερόμενα σ΄ αυτή βάρη δεν θα πρέπει ν΄ απέχει από το έδαφος τα 21 εκατοστά. Συνεπώς οι δίσκοι βάρους δεν μπορεί να έχουν διάμετρο μεγαλύτερη των 45 εκατοστών. Το προς άρση βάρος (μπάρας και βαρών) είναι πάντα πολλαπλάσιο των 2,5 κιλών και το κλιμακούμενο αυξανόμενο βάρος από προσπάθεια σε προσπάθεια δεν είναι ποτέ μικρότερη από 5 κιλά. Σύμφωνα πάντα με το επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων οι επίσημες κινήσεις της άρσης βαρών είναι τρεις, τα ονόματα των οποίων προερχόμενα εκ της γαλλικής γλώσσας είναι α) Αρασέ, β) Επωλέ - Ζετέ, και γ) Ντεβελοπέ. Σημειώνεται ότι κάθε αθλητής, ανά κατηγορία, δικαιούται να εκτελέσει τρεις προσπάθειες σε κάθε κίνηση. Νικητής ανακηρύσσεται εκείνος που θα πετύχει το μεγαλύτερο άθροισμα βάρους που έχει υψώσει στις τρεις κινήσεις. Σε περίπτωση ίδιου αθροίσματος μεταξύ αθλητών τη πρώτη θέση κερδίζει ο ελαφρύτερος σε βάρος, όπου για το σκοπό αυτό όλοι οι αθλητές πριν τον αγώνα ζυγίζονται.