lifemag.gr | Υγεία

Ερυθηματώδης λύκος, μια ιδιαίτερη πάθηση

src mit edu

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι μια χρόνια πάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος που μπορεί να αποβεί ακόμη και θανατηφόρα, αν και με τις πρόσφατες ιατρικές εξελίξεις η θνησιμότητα έχει μειωθεί αρκετά. Όπως και με τις υπόλοιπες αυτοάνοσες παθήσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα και τους ιστούς του σώματος προκαλώντας φλεγμονή και ιστολογική βλάβη.

Ο ΣΕΛ μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά περισσότερο συχνά προκαλεί βλάβες στη καρδιά, στις αρθρώσεις, στο δέρμα, στους πνεύμονες, στις φλέβες, στο ήπαρ, στα νεφρά και στο νευρικό σύστημα. Η πορεία της πάθησης είναι απρόβλεπτη. Ο λύκος μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία και είναι περισσότερο συχνός στις γυναίκες. Μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί κάποια θεραπεία που να επιφέρει πλήρη ίαση της πάθησης, ωστόσο τα φάρμακα (συνήθως κορτικοστεροειδή) που χρησιμοποιούνται μπορούν να ελέγχουν τα συμπτώματα, να καθυστερούν την εξέλιξη και να προλαμβάνουν τις εξάρσεις της νόσου.

Η αιτιολογία της νόσου είναι μέχρι στιγμής άγνωστη. Παρ'όλα αυτά γνωρίζουμε πως ο λύκος είναι μια αυτοάνοσος πάθηση, δηλαδή, το ανοσοποιητικό μας σύστημα υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργεί ως μια φυσική άμυνα του οργανισμού. Παράγει διάφορα αντισώματα ώστε να μπορεί να καταπολεμήσει διάφορα βακτήρια και ιούς που εισέρχονται στον οργανισμό μας.

Όταν κάποιος νοσεί απο τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, ο οργανισμός του παράγει αντισώματα που αντί να επιτίθενται στα βακτήρια, επιτίθενται στο ίδιο το σώμα και για αυτό τον λόγο αυτά τα αντισώματα ονομάζονται αυτοαντισώματα, επειδή στην ουσία επιτίθενται στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού.

Όταν αυτά τα αντισώματα αρχίζουν να επιτίθενται στο σώμα τότε προκαλούν φλεγμονή και/ή ιστολογικές βλάβες. Ωστόσο το τι προκαλεί στα αντισώματα να επιτίθενται στον οργανισμό, είναι μέχρι στιγμής άγνωστο.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει πως ο λύκος μπορεί να είναι κληρονομικός, καθώς συνήθως νοσούν απο αυτό αρκετά μέλη μιας οικογένειας, ωστόσο άλλες μελέτες έχουν δείξει πως ο λύκος μπορεί να προκληθεί απο κάποιον ιό που προσβάλει κάποιο άτομο που έχει την προδιάθεση εμφάνισης της πάθησης. Σε κάθε άνθρωπο ο λύκος εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους. Ωστόσο τα πιο κοινά συμπτώματα θεωρούνται η αρθρίτιδα χωρίς όμως καταστροφή των αρθρώσεων όπως στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, το αίσθημα εξάντλησης, ο χαμηλός πυρετός και το χαρακτηριστικό ερυθρό εξάνθημα στο πρόσωπο, εξανθήματα μπορούν να παρουσιαστούν και στον κορμό και τα πάνω άκρα. Μερικά λιγότερο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν την αλωπεκία, την φωτοευαισθησία, την κατάθλιψη, την κεφαλαλγία και αίσθημα ζάλης. Οι πάσχοντες από ΣΕΛ συχνά εμφανίζουν το σύνδρομο Raynaud, δηλαδή τα δάκτυλά τους πονούν και μελανιάζουν όταν εκτίθενται στο κρύο.

Μερικές πολύ σοβαρές επιπλοκές της νόσου ωστόσο είναι η φλεγμονή στους νεφρούς η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια, η περικαρδίτιδα, η μυοκαρδίτιδα, η αγγειίτιδα και η πνευμονίτιδα, ενώ πολύ σπάνια κάποιος που νοσεί από λύκο μπορεί να παρουσιάσει κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο.

Προς το παρόν δεν υπάρχει ίαση για τον ΣΕΛ, αλλά στην πλειονότητα των ασθενών, η αγωγή που χορηγείται είναι επιτυχής. Η αγωγή αποσκοπεί στο να προληφθούν οι επιπλοκές, καθώς και στην υποχώρηση των συμπτωμάτων και των ευρημάτων της νόσου. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. ασπιρίνη) για να ελέγξουν τον πόνο της αρθρίτιδας, η υδροξυχλωροκίνη , που είναι πολύ χρήσιμη στη θεραπεία των φωτοευαίσθητων δερματικών εξανθημάτων, και τα γλυκοκορτικοστεροειδή (ή στεροειδή, γνωστά ως «κορτιζόνη») όπως η πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη χρησιμοποιούνται για να μειώσουν τη φλεγμονή και να καταστείλουν τη δραστηριότητα του ανοσιακού συστήματος τα οποία και αποτελούν την κύρια θεραπεία για το ΣΕΛ.